Φύσα αεράκι, Φύσα με
Πέμπτη 23 Μαΐου 2019
Δεν πρόκειται για σημερινή μαρτυρία Σύριου πρόσφυγα πολέμου
Μαρτυρία Φραγκώς Πολυχρόνη το γένος Μαργαρίτη, γεννημένης στα Αλάτσατα το 1910.
Σαν ηβγήκαμε στη Μυτιλήνη, μας ηδιώξανε από το λιμάνι γιατί αμποδίζαμε, αλλά και πού να πάμε; Πααίνετε, λέει, στην πλατεία. Ηκάτσαμε σε μια πλατεία ούλοι μαζί και περιμέναμε, μα κανένας δεν ήξερε τι. Μας είπαν στη μέση της πλατείας να καθίσομε, γιατί γύρω είχενε μαγαζιά και σπίτια κι αμποδίζαμε τσι δουλειές ντως, μα το βράδυ ήπιασε μια βροχή! Ήρθενε κείνη η ταλαιπωρία μας ούλη να την πληρώσουν οι Μυτιληνιοί.
– Σηκωθείτε, μωρ’ σεις, να πάμε κάτω από κείνο το μαγαζί που ’ναι ’πό πάνω σκεπαστό κι όποιος μπορεί ας μας διώξει, είπε η μάνα μου κι ας κοντάγαμε να αντιμιλήσουμε!
Η μάνα μου και πέντε εμείς τα παιδιά και οι τέσσερις αδελφές της, οι δυο γιαγιάδες μας, μια η ξαδελφούλα μας και ένα το ψιμάκι, σύνολο δεκατέσσερις, και ένας ο παππούς δεκαπέντε. Ο παππούς ο δόλιος με τη μαγκούρα κούτσα-κούτσα είχε αντέξει, γιατί ήταν ο μοναδικός άντρας κι ηθάρρειε πως μας προστάτευε. Ηπήαμε απέναντι στο μαγαζί κι η μάνα μάς στρίμωξε ούλους κοντά στον τοίχο να μη βρεχούμαστε. Ε, να δεις χαρά που ’καμε ο μαγαζάτορας, μόλις μας είδ’ απ’ όξω!
– Δε σας είπαν στη πλατεία; Τι μου ’ρθατε δω πέρα και μου κλείσατε το μαγαζί και τη βιτρίνα;
Είχενε κι άλλα να μας πει, μα βούτηξε η μάνα μας τη μαγκούρα του παππού και δεν ηπρόλαβε.
Δυο ή τρεις μέρες ’κειδανάς τη βγάλαμε, μέχρι που ’φεραν τσι σκηνές του στρατού και τσι στήσανε στην πλατεία. Εμείς επειδή ήμαστε και πολλοί, μας ηδώκανε μια πελώρια. Εκειδά μέσα δεν θυμάμαι πόσο καιρό ηκάτσαμε, πάντως είχε χειμωνιάσει. Κάθε βράδυ που μας ηβάζανε για ύπνο, εγώ κρυφοκοιτούσα τσι μεγάλοι είντά ’καμαν. Ησκαλίζανε κείνο τον τενεκέ με τ’ αλεύρι κι ηβγάζανε από μέσα λιρίτσες για να ψωνίσουν να φάμε την άλλη μέρα. Στη μαύρη αγορά ακόμα και το ψωμί μάς το ηπουλούσανε οι Μυτιληνιοί, χώρια που ημαζεύγανε τα παιδιά τους να μην παίξουνε μαζί μας!...
Ένα βράδυ ’κειδά που ηκοιμούμαστε μέσα στη σκηνή, ήκουσα φωνές κι ηξύπνησα. Είχανε ξυπνήσει ούλοι, μικροί και μεγάλοι μέσα στη σκηνή, μα κείνη που φώναζε μέσ’ στη νύχτα ήτονε όξω απ’ τη σκηνή, η γιαγιά μου, η μάνα τση μάνας μου. Σήκωσα κείνον τον μπερντέ τση σκηνής πίσω από το κεφάλι μου και την είδα τη γιαγιά μου με τα χέρια της σα χωνί στο στόμα της να φωνάζει στο βρόντο μέσα στη νύχτα.
– Καλέ, ένας χριστιανός καλέ, η κόρη μου αιμορραεί, καλέεεε!
Η πλατεία ένα γύρο είχενε μαγαζιά και σπίτια δίπατα το ένα δίπλα στ’ άλλο. Ούτε ένα παράθυρο δεν ήνοιξε! Η μάνα μας τ’ ανάσκελα ήκλαιγε, κι η άλλη μου η γιαγιά, η κωφάλαλη, μούγκριζε. Μήδε πανιά δεν είχαμε πια να τση βάλουνε! Ούλα μας τα μισοφόρια τα είχαμε σκίσει από κάτω, να τα βάζουμε στο εψιμάκι, που με τη σούρντιση που το ’χε πιάσει, δεν το προλαβαίναμε. Η θεια μου η λεχώνα μάς ηκαθησύχαζε εμάς τα μικρά να κοιμηθούμε. Μα πού να κοιμηθούμε μ’ εκείνη τη φασαρία! Ήρθανε απ’ τσι διπλανές σκηνές μια Κουρούπαινα, μια Λαθουρίτσα και μιαν άλλη. Τότε ήκουσα πως η μάνα μας, που ήταν έγκυος, ήχασε το παιδί. Από κείνη τη νύχτα αρχινήσαμε να μετρούμε τσι πεθαμένοι μας στην Ελλάδα, γιατί οι άλλοι ήταν αιχμάλωτοι. Εκείνους δεν τους κλαίγαμε, γιατί νομίζαμε πως θα γυρίσουν. Τρεις άντρες και δεν ηγύρισε κανένας, ο πατέρας μας, ένας αδελφός της μάνας μας και ο άντρας της θειας μου της λεχώνας. Στη Θεσσαλονίκη μετά που μας ηπήγανε, ηβράχηκε το Γιωργάκι μας και το χάσαμε από πνευμονία.
- Απόσπασμα από το Κωνσταντίνος Γκαρμάτης / Μαριάννα Μαστροσταμάτη Μετά τα Αλάτσατα – Οι Αλατσατιανοί ανά τον κόσμο, εκδ. Συλλόγου Αλατσατιανών «Τα Εισόδια της Θεοτόκου», Αθήνα 2007.
Τετάρτη 22 Μαΐου 2019
Arvo Part
Ο Εσθονός Arvo Pärt (γεννήθηκε το 1935) είναι μια πολύ σημαντική αλλά και εξίσου ιδιαίτερη περίπτωση σύγχρονου συνθέτη. Κλασικιστής που όμως κάποιες φορές δεν διστάζει να διαρρηγνύει αυθόρμητα τα όρια της κλασικής φόρμας φτάνοντας ή και μπαίνοντας μέσα στην ατονική περιοχή, μινιμαλιστής εκ φύσεως και για αυτό μην ακολουθώντας τους κανόνες του ομώνυμου ρεύματος, βαθιά λυρικός και επίσης...πιστός χριστιανός, κάτι που, πέραν από τα πολλά θρησκευτικά έργα τα οποία έχει συνθέσει, δίνει και στα υπόλοιπα μιαν ελεγειακή, σχεδόν κατανυκτική ατμόσφαιρα.
Πηγή: www.musicpaper.gr
Μιχάλης Κατσαρός
Μὴ φύγεις
Μὴν κλαῖς π᾿ ἀκόμα
δὲ μᾶς ἔφυγες ἀπ᾿ τὸν ἀέρα
τὸ δρόμο σου ῾τοιμάζουνε
ἀπὸ πέρα.
δὲ μᾶς ἔφυγες ἀπ᾿ τὸν ἀέρα
τὸ δρόμο σου ῾τοιμάζουνε
ἀπὸ πέρα.
Μὴν κλαῖς στὸν οὐρανὸ θὰ πᾶς
καὶ μᾶς ἐδῶ μᾶς παρατᾶς.
καὶ μᾶς ἐδῶ μᾶς παρατᾶς.
Πάρε μαζί σου ἀπ᾿ τὴ γῆ μας
τὸ περιστέρι πού ῾ναι ψυχή μας.
τὸ περιστέρι πού ῾ναι ψυχή μας.
Πάρε ἐλιὰ φιλιά, πάρε τὰ κάλλη
ἀπὸ τὴ γῆ μας τὴ μεγάλη.
ἀπὸ τὴ γῆ μας τὴ μεγάλη.
Μὴν κλαῖς, μὴ φύγεις, μὴ μᾶς παρατᾶς
εἴμαστε γιοί σου καὶ μᾶς ἀγαπᾶς.
εἴμαστε γιοί σου καὶ μᾶς ἀγαπᾶς.
Στὸν οὐρανὸ βαρύθυμος πλανᾶς
τὰ βήματά σου
εἴμαστε μεῖς παιδιά σου,
τὰ βήματά σου
εἴμαστε μεῖς παιδιά σου,
Μὴ φύγεις μή, μὴ μᾶς παρατᾶς
εἴμαστε γιοί σου καὶ μᾶς ἀγαπᾶς.
εἴμαστε γιοί σου καὶ μᾶς ἀγαπᾶς.
Τρίτη 21 Μαΐου 2019
Να ταξιδέψω; Για να ταξιδέψω φτάνει να υπάρχω: πηγαίνω από μέρα σε μέρα, σαν από σταθμό σε σταθμό στο σιδηρόδρομο του κορμιού μου, ή του πεπρωμένου μου, σκυμμένος πάνω από τους δρόμους και τις πλατείες, πάνω από τα πρόσωπα και τις χειρονομίες, πάντα ίδια και πάντα διαφορετικά, όπως τελικά είναι και τα τοπία.
Εαν φαντάζομαι, βλέπω. Τι παραπάνω κάνω ταξιδεύοντας; Μόνο μια αδυναμία ακραία της φαντασίας δικαιολογεί τη μετακίνηση σαν μέσο πλήρωσης των αισθήσεων. "Κάθε δρόμος, μέχρι κι αυτός ο δρόμος του Έντεπφουλ, θα σε οδηγήσει στην άκρη του κόσμου". Αλλά η άκρη του κόσμου, από τότε που ο κόσμος εξαντλήθηκε όταν τον φέραμε όλον βόλτα, είναι το ίδιο το Έντεπφουλ απ' όπου έφυγες. Στην πραγματικότητα η άκρη του κόσμου, όπως και η αρχή του, είναι η προσωπική μας σύλληψη του κόσμου. Μέσα μας είναι που τα τοπία έχουν τοπίο. Γι αυτό όταν τα φαντάζομαι, τα δημιουργώ. Αν τα δημιουργώ υπάρχουν και εφ όσον υπάρχουν, τα βλέπω όπως βλέπω και τ' άλλα. Γιατί να ταξιδέψω; Στη Μαδρίτη, στο Βερολίνο, στην Περσία, στην Κίνα, στον καθένα από τους δύο Πόλους, που αλλού θα βρισκόμουνα παρά μέσα σε μένα τον ίδιο, με τη δική μου ιδιαιτερότητα και τον δικό μου τρόπο να αισθάνομαι.
Η ζωή είναι αυτό που εμείς την κάνουμε να είναι. Τα ταξίδια είναι οι ταξιδιώτες. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι αυτό που βλέπουμε, είναι αυτό που είμαστε.
Φερνάντο Πεσσόα
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)


